mouseioxalepa10

Μουσείο Γιαννούλη Χαλεπά

Culture

Ένας καλλιτέχνης που έφτασε από τον θρίαμβο στην τρέλα.

Το καλοκαίρι που πέρασε βρέθηκα στην Τήνο. Ένα νησί όμορφο και ήσυχο σε σχέση με τα γειτονικά νησιά. Σε μια απογευματινή βόλτα ο δρόμος με έβγαλε στο χωριό Πύργος, στο βόρειο άκρο του νησιού. Αυτό που έκανε τον Πύργο να ξεχωρίζει εξαρχής, ήταν τα στενά σοκάκια με τα παλιά γραφικά αρχοντικά και η παλιά κλασσική πλατεία στο κέντρο του χωριού με παραδοσιακά καφενεία και ένα γέρικο πλάτανο κατάλληλο για να ξαποστάσεις από τη ζέστη του μεσημεριού.

Πριν φύγουμε είδα ένα σπίτι μικρό στην είσοδο του χωριού που το επισκέπτονταν αρκετοί τουρίστες. Ήταν το σπίτι και πλέον μουσείο του Γιαννούλη Χαλεπά, ενός απο τους διάσημους Έλληνες του προηγούμενου αιώνα.

Με καταγωγή από οικογένεια φημισμένων γλυπτών, η οποία είχε μεγάλη οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής. Έμαθα πως από μικρός έδειξε μεγάλο ταλέντο στη μαρμαρογλυπτική βοηθώντας τον πατέρα του στη δουλειά του και ενώ οι γονείς του τον προόριζαν για έμπορο, αυτός επιθυμούσε να γίνει γλύπτης σαν το πατέρα του. Έτσι, σπούδασε στο Σχολείον των Τεχνών (μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) και το 1872 με υποτροφία του Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου συνέχισε τις σπουδές του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου.

Εκεί έφτιαξε κάποια από τα πρώτα φημισμένα έργα του όπως «Το παραμύθι της Πεντάμορφης» και «Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα», για τα οποία διακρίθηκε για το ταλέντο του και βραβεύθηκε. Παρά τις συνεχείς διακρίσεις, η διακοπή της υποτροφίας του τον ανάγκασε να επιστρέψει το 1876 στην Αθήνα, όπου άνοιξε το δικό του εργαστήριο. Το 1877 άρχισε να δουλεύει το πλέον διάσημο γλυπτό του, «Κοιμωμένη», τυπικό δείγμα κλασικισμού, για τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο 1ο Νεκροταφείο Αθηνών. Τα θέματά του ήταν επηρεασμένα από την αρχαιότητα και την ελληνική μυθολογία. Με τα έργα του είχε ήδη καταφέρει να γίνει γνωστός στην αθηναϊκή κοινωνία.

Παρόλα αυτά, το 1878 υπέστη νευρικό κλονισμό, αφού η διακοπή των σπουδών του και μια ερωτική απογοήτευση συνέπεια ενός ατυχούς έρωτα με μια συγχωριανή του τον συγκλόνισαν. Χωρίς κανέναν προφανή λόγο, άρχισε να καταστρέφει έργα του, ενώ προσπάθησε να αυτοκτονήσει. Καθώς η κατάστασή του συνεχώς επιδεινώνονταν, το 1888 οι γιατροί διέγνωσαν «άνοια» και η οικογένεια του τον έκλεισε στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Εκεί, ο Χαλεπάς αντιμετωπίστηκε με πολύ σκληρό τρόπο, καθώς οι γιατροί και οι φύλακες του ιδρύματος του απαγόρευαν να σχεδιάζει και να δημιουργεί και κατέστρεφαν ό,τι έφτιαχνε εκείνος.

Το 1902, μετά το θάνατο του πατέρα του, επέστρεψε στον Πύργο. Στην Τήνο έζησε υπό την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας του, η οποία θεωρούσε τη γλυπτική υπαίτια για την ασθένεια του γιου της. Έτσι, η μητέρα του δεν του επέτρεπε να ασχολείται με την γλυπτική, σε σημείο που ό,τι έπλαθε, αυτή το κατέστρεφε. Όλοι τον θεωρούσαν τρελό και ζούσε πάμφτωχος βόσκωντας πρόβατα ως προς το ζην.

 

 

Ο θάνατος της μητέρας του το 1916 υπήρξε καθοριστικός, αφού βρήκε το κουράγιο και άρχισε ξανά να ασχολείται απερίσπαστος με την γλυπτική. Τότε εμφανίζει ένα ύφος ελεύθερο και αυθόρμητο και απομακρύνεται σταδιακά από τη λεπτομερή επεξεργασία της επιφάνειας ή την ωραιοποίηση. Οι μορφές του γίνονται πιο στιβαρές και επιβλητικές και οι συνθέσεις αποτελούνται από συμπαγείς όγκους τονίζοντας τα ουσιαστικά στοιχεία της φόρμας.

Το 1923, ο Θωμάς Θωμόπουλος, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, αντέγραψε έργα του γλύπτη για να τα παρουσιάσει στην Ακαδημία Αθηνών το 1925. Η έκθεση αυτή είχε ως αποτέλεσμα το 1927 να τιμηθεί ο γλύπτης με το Αριστείο των Τεχνών. Έτσι, τα τελευταία χρόνια της ζωής του κατάφερε να αποκατασταθεί η φήμη του και να αναγνωριστεί το ταλέντο του πανελλαδικώς. Το 1930 επέστρεψε στην Αθήνα και συνέχισε να εργάζεται μέχρι το θάνατό του το 1938.

Share