Sergio_LifeOnTheRoad_21_
Πόσο μακριά πρέπει να φτάσεις για ν' ανακαλύψεις αυτό που πραγματικά σου λείπει;

Μπαίνοντας στο παλιό εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο, άκουσα εντελώς απρόσμενα τον ήχο μιας κιθάρας. Ήταν ο Sergio από την Ισπανία. Την αγόρασε στην Πάρμα με τα τελευταία του εκατό ευρώ – μια ριψοκίνδυνη αγορά, την οποία όμως δεν φαίνεται να μετανιώνει καθόλου. Εγώ πάλι, δεν ακολούθησα τον ήχο της κιθάρας για να τον βρω. Βρέθηκα τυχαία μπροστά του καθώς εξερευνούσα το κτίριο. Τον χαιρέτησα από μακριά για να μην ενοχλήσω κι όταν ανταπέδωσε τον χαιρετισμό, πλησίασα και συστηθήκαμε. Κοιτώντας γύρω συνειδητοποίησα πως το σημείο αυτό του εργοστασίου ήταν το σπίτι του. Μου κίνησε αμέσως την περιέργεια – έπρεπε να μάθω την ιστορία του! Ευτυχώς δεν είχε κανένα πρόβλημα να την μοιραστεί μαζί μου. Η συζήτηση ξεκίνησε με την αναμενόμενη και ίσως λίγο αμήχανη ερώτηση: ''Για πες λοιπόν, πώς βρέθηκες εδώ;''

"Ήταν ουσιαστικά το πρώτο μέρος που βρήκα να μείνω (χωρίς κόστος, εννοούσε) όταν έφτασα στην Αθήνα. Του έριξα μια ματιά, μου έκανε, κι έμεινα. Είναι ενδιάμεσος σταθμός η Ελλάδα – σκέφτομαι να φτάσω με το ποδήλατο ως το Ιράν, μέσω Τουρκίας."

Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη. Στο Ιράν με ποδήλατο από την Ισπανία;

"Α, αυτό δεν είναι τίποτα", μου είπε ο Sergio. "Αρχικά, ήθελα να πάω ως την Μογγολία με τα πόδια (κάπου εδώ η  φλυαρία μου έπαψε και απλώς συνέχισα να τον ακούω), όμως η αλήθεια είναι πως φτάνοντας στην Πάρμα είχα ήδη κουραστεί πολύ και η Μογγολία δεν φαινόταν πια και τόσο ελκυστική. Έμεινα στην Πάρμα πέντε μήνες. Κάποια στιγμή αγόρασα το ποδήλατό μου κι αποφάσισα να αλλάξω τελικό προορισμό. Κάπως έτσι προέκυψε το Ιράν."

Κοίταξα γύρω μου. Το ποδήλατο αναπαυόταν πλάι σε λίγα απλωμένα ρούχα. Επικρατούσε παντού η ακαταστασία μιας τσιγγάνικης ζωής. Το μέρος μου θύμισε σκηνές από ταινία. Δεν ήξερα τι να τον πρωτορωτήσω. Μα πώς έφυγες έτσι ξαφνικά από το σπίτι σου; Συνέβη κάτι άσχημο;

"Όχι, τίποτε άσχημο δεν συνέβη (γέλια). Είχα μια κανονική και ήσυχη ζωή σ’ ένα σπιτάκι στο χωριό μου, με τον λαχανόκηπό μου, τα κοτόπουλά μου, την επαφή με τους ανθρώπους. Αλλά μια μέρα ξύπνησα και ήθελα να φύγω – έτσι ξαφνικά. Ευτυχώς η μητέρα μου έλειπε σε επαγγελματικό ταξίδι (η μητέρα του είναι ζωγράφος) και δεν χρειάστηκε να αντιμετωπίσει κανείς μας έναν δύσκολο αποχαιρετισμό."

Τον ρώτησα πώς της το ανακοίνωσε κι αν έχουν μιλήσει από τότε

"Της άφησα ένα post-it στο ψυγείο και μιλήσαμε από το τηλέφωνο λίγες μέρες μετά. Η αντίδρασή της ήταν, βασικά, whatever makes you happy". (Ως άνθρωπος που οι γύρω μου είχαν πάντα άποψη για αυτά που θα έπρεπε να κάνω ή να γίνω ό-ταν-με-γα-λώ-σω, ζήλεψα θανάσιμα αυτή την ελευθερία)

Η κουβέντα επέστρεψε στην διαδρομή. Στην Ελλάδα με πλοίο από την Ιταλία;  

Κούνησε το κεφάλι αρνητικά. "Έκανα όλη την διαδρομή με το ποδήλατο, μέσω Κροατίας, και στην Ελλάδα μπήκα από τα αλβανικά σύνορα."

Αργότερα μου έδειξε από πού ακριβώς πέρασε σ’ έναν μεγάλο χάρτη που έχει μαζί του, με σημειωμένες τις ημερομηνίες που βρέθηκε στο κάθε μέρος. Είδα πως έφτασε στην Αθήνα στο τέλος Απριλίου και απόρησα: “Καλά, πόσον καιρό μένεις εδώ;”. “Τέσσερις μήνες”, μου απάντησε. Έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Πέρασε ολόκληρο το καλοκαίρι στο εργοστάσιο, ένα μέρος χωρίς προστασία από τη ζέστη κι εντελώς ακατάλληλο για διαμονή!Ένα σωρό ερωτήσεις ξεπήδησαν για τις πρακτικές πλευρές της ζωής του εδώ. Μα πώς εκείνο, πώς το άλλο… Μου τις απάντησε όλες υπομονετικά κι έπειτα μου έδειξε προς ένα άνοιγμα ανάμεσα στα μέταλλα και τον σκελετό του κτιρίου. “Βλέπεις εκεί; Αυτή την εποχή, ακριβώς σ’ αυτό το σημείο πέφτει ο ήλιος. Όλα γύρω γίνονται πρώτα πορτοκαλί κι έπειτα ροζ κι εγώ κάθομαι εδώ κοιτώντας το ηλιοβασίλεμα και παίζω την κιθάρα μου. Μετά γυρίζω την καρέκλα μου από την άλλη και βλέπω το φεγγάρι ν’ ανατέλλει. Και κάποιες νύχτες που δε μπορώ να κοιμηθώ μέσα στη σκηνή μου από τη ζέστη, ανεβαίνω από τη σκάλα στην ταράτσα. Είμαι πολύ τυχερός. Βρήκα το καλύτερο μέρος για να μείνω.”

Τη συζήτηση διέκοψε ένα γάβγισμα που ακούστηκε από κάτω. Ήταν ο σκύλος που είδα κι εγώ φτάνοντας, δεμένος με σχοινί, με τροφή και νερό κοντά του, αλλά και πολύ αγριεμένος. Τα πόδια του έδειχναν να έχουν πρόβλημα. Δεν ήξερα τι ακριβώς είχε συμβεί, ούτε βέβαια ποιος τον είχε παρατήσει εκεί.

Ο Sergio κάτι σκέφτηκε και χαμογέλασε. Στα Ελληνικά, μου είπε, "ξέρω να λέω καλημέρα, καληνύχτα, καλησπέρα, δεν-μιλάω-ελληνικά, ευχαριστώ, παρακαλώ, τα πολύ βασικά. Και ξέρω και τη λέξη σκύλος. Είναι η παρέα μου, ο συγκάτοικός μου. Το πρωί σηκώνομαι και πηγαίνω να δω αν είναι ακόμα στη θέση του. Τον κοιτάζω, με κοιτάζει κι είναι όλα εντάξει και σήμερα".  Με πληροφόρησε πως έρχονται καθημερινά άνθρωποι να αφήσουν στον σκύλο νερό και φαγητό, όμως ούτε ο ίδιος ήξερε πώς κατέληξε εδώ.

Όταν έπιασε την κιθάρα του δίνοντας τέλος στην παύση που ακολούθησε, βρήκα ευκαιρία να κρατήσω σημειώσεις από όσα ενδιαφέροντα λέγαμε. Όσο κράτησε ένα τραγούδι∙ μετά με παρατήρησε που έγραφα και μου ανέφερε το ημερολόγιό του. Πήγε σε μια τσάντα, την σκάλισε κι έβγαλε ένα ταλαιπωρημένο τετράδιο με πολύχρωμο εξώφυλλο και πολλές πυκνογραμμένες σελίδες. "Μου το χάρισε μια κοπέλα που με φιλοξενούσε για λίγο στην Κροατία". Ο Sergio γράφει τις περιπέτειές του με μικρά στρογγυλά μαύρα γράμματα και δεν αφήνει κενά ούτε όταν αλλάζει ημερομηνία. Προσφέρθηκε να μου στείλει με mail ένα τμήμα του ημερολογίου που πρόλαβε να δακτυλογραφήσει –στα ισπανικά, φυσικά."Δεν ξέρω αν θα μπορέσεις να το χρησιμοποιήσεις", είπε χαμογελώντας. 

Λέγοντας φωναχτά μια σκέψη που γυρόφερνα στο μυαλό μου εδώ και ώρα, τον ρώτησα πώς είναι να μην έχεις πλάνο. Να ξυπνάς και να ξέρεις πως ίσως το βράδυ αποφασίσεις να φύγεις για τον επόμενο προορισμό. Και να μπορείς να το κάνεις. Ακούγεται πολύ γοητευτικό."Δεν ξέρω", μου είπε αφού σκέφτηκε λίγο. “Για ένα διάστημα κι εγώ έτσι ένιωθα∙ γι’ αυτό ξεκίνησα αυτό το ταξίδι εξαρχής. Όμως κάποια στιγμή άρχισα ν’ αναρωτιέμαι για ποιο λόγο περπατάω, τι είναι αυτό που ψάχνω να βρω. Το νόημα της ζωής; Κι η μοναξιά πάλι, είναι πολύ καλή, αλλά σε ορισμένες δόσεις. Δεν είμαι πολύ κοινωνικός κι εξωστρεφής, όμως δεν είμαι και αντικοινωνικός. Είναι ωραία εδώ στην ηρεμία που μπορώ να γράφω, να διαβάζω, να παίζω μουσική, να σκέφτομαι – αλλά ύστερα από τρεις,τέσσερις ημέρες χωρίς ανθρώπινη επαφή κουράζομαι.
"Δεν ξέρω πια αν θα επιδιώξω το Ιράν κι ούτε με απασχολεί και τόσο. Σκέφτομαι μήπως γυρίσω στη Νότια Ιταλία που μου άρεσε τόσο, βρω μια δουλειά εκεί και πάρω ένα βανάκι για να μένω μέσα και να μετακινούμαι. Ίσως το μάθημα του ταξιδιού μου να ήταν αυτό τελικά, να συνειδητοποιήσω πως είναι καιρός να σταματήσω να τρέχω και ν’ αρχίσω ν’ απολαμβάνω την κάθε ημέρα. Χωρίς ν’ αναρωτιέμαι μονίμως για το επόμενο βήμα. Χωρίς να θυσιάζω το τώρα ανησυχώντας για το μετά."     Μήπως αυτό δεν θέλουμε κατά βάθος όλοι μας;, σκέφτηκα καθώς ο Sergio ξανάπιανε την κιθάρα του.

ΥΓ 1 –Η διαδρομή του Sergio ως την ημέρα που τον συνάντησα ήταν από το Alicante της Ισπανίας στην Parma της Ιταλίας με τα πόδια και από εκεί με ποδήλατο στην Ελλάδα μέσω Σλοβενίας, Κροατίας και Αλβανίας. Για να φτάσει στην Αθήνα διέσχισε την Ιόνια Οδό, τη γέφυρα Ρίου – Αντιρρίου και, τέλος, την Εθνική Οδό Αθηνών – Πατρών. Τα τελευταία νέα λένε πως θα βγάλει εισιτήριο για το Brindisi ώστε να πάει τελικά στη Νότιο Ιταλία – αν, φυσικά, όπως λέει, δεν αλλάξει γνώμη στο μεταξύ.
ΥΓ 2 – Η ιστορία του σκύλου του εργοστασίου είχε αίσιο τέλος. Μάθαμε πως τον πήρε η Φιλοζωική Περάματος και πως βρέθηκε το σπίτι του.Ο Ιβάν είναι πλέον ασφαλής και χαρούμενος, κοντά στους αγαπημένους του.
ΥΓ 3 – Ο Sergio και η κιθάρα του βρίσκονται εδώ

Share